γράφει ο Πετσάβας Νικόλαος.

Υ/Κ «Κωνσταντινούπολις»

Μια ημερομηνία που εμείς οι νεότεροι Αφυσιανοί δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ!

Μια ημερομηνία που άλλαξε οριστικά την ιστορία ενός ολόκληρου χωριού και των ανθρώπων του!

Ήταν Τετάρτη 18 Οκτωβρίου όταν το υπερωκεάνιο «Κωνσταντινούπολις» σήκωσε τις άγκυρες και φορτωμένο με 1500 περίπου ψυχές σάλπαρε, για ένα άγνωστο γι αυτές μέρος, προς την ελεύθερη Ελλάδα για να σωθούν από το μαχαίρι των Τούρκων που αυτή την φορά δεν θα άφηνε κανέναν…

Το πλοίο είχε φθάσει έξω από την Αφυσιά και για τρεις συνεχόμενες μέρες φόρτωνε ζώα, αποσκευές, κειμήλια και ανθρώπους. Χωρίς όμως να μπορεί να φορτώσει την θάλασσα τους, τα σπίτια τους, τις εκκλησιές τους, τα αμπέλια τους, τα κρασιά τους, τα ιερά χώματα και τους νεκρούς τους.

Την τρίτη ημέρα που το πλοίο συνέχιζε να σώζει ζωές, η Αφυσιά σαν την μάνα που της αρπάζουν τα παιδιά, άρχισε να αντιδρά στο κακό που τις κάνανε. Η θάλασσα της αγρίεψε, ο ουρανός της σκοτείνιασε και δυνατοί άνεμοι προσπαθούσαν να σταματήσουν αυτόν τον αποχωρισμό αναγκάζοντας το πλοίο να ρίξει και δεύτερη άγκυρα.

Κάθε Αφυσιανός πριν ανέβει στο πλοίο άνοιγε «τους κρονούς των βυτίων» των κρασιών του με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μικροί χείμαρροι που κατέληγαν στην θάλασσα δίδοντας της το χρώμα του αίματος. Όπως το αίμα της γέννας την ώρα που η μάνα αποχωρίζεται το παιδί της…

……

Φεύγω χωριό μου ποθητό πολύ μακράν στα ξένα

ο νους μου όμως θα πετά αυτού κοντά σε σένα.

Μας σήκωσαν σ’ αφήνω γεια με μάτια δακρυσμένα

με πληγωμένη την καρδιά με στήθη πονεμένα.

Ω Αφυσιά γλυκύτατη π’ έχεις στη μέση ρέμα

τα έμορφα κορίτσια σου τα έχουν εξορισμένα.

…..

(απόσπασμα από το ποίημα ο Διωγμός της Αφυσιάς)